Δευτέρα, 31 Μαΐου 2010

ΗΡΘΕ, ΗΡΘΕ, ΗΡΘΕ Ο ΣΑΛΟΝΙΚΙΟΣ

ΒΙΒΗ-ΓΙΩΡΓΟ....
ΝΑ ΜΑΣ ΖΗΣΕΙ !!!!!!!!!

Παρασκευή, 28 Μαΐου 2010

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΧΡΗΣΤΟ ΜΑΝΩΛΑΚΗ "ΑΝΤΙΡΡΟΠΑ ΠΟΤΑΜΙΑ" 2

ΠΟΤΕ ΦΤΑΣΑΜΕ ΕΔΩ;


Πότε φτάσαμε εδώ;
Μετρήσαμε το χρόνο με τις λύπες μας,
με τις χαρές μας
μετρήσαμε το χρόνο με τις αγάπες μας.
Μα τούτος ο χρόνος δεν ακολουθεί τον πραγματικό
αυτόν που φέρνει τον ήλιο κάθε πρωί πάνω απ΄ τα βουνά,
τα χελιδόνια και τις βροχές.
Μετρήσαμε το χρόνο με αναστεναγμούς
πάνω σε ξένα κορμιά μετρήσαμε τις νύχτες μας
και στα χέρια ενός έρωτα αφεθήκαμε χρόνια.
Και φάνηκε σαν να πέρασε μια μέρα,
πλαγιάζοντας κάθε βράδυ με το ίδιο κορμί
- το δικό μας.
Με τους ίδιους πόθους ανταμώναμε κάθε βράδυ
και ήταν πάντα σαν να ήταν η πρώτη φορά.
Με τα ίδια όνειρα να φουσκώνουν τις φλέβες μας
βλέπαμε κάθε πρωί τον ήλιο διαφορετικό.
Με την ίδια ελπίδα πως αύριο θα ζήσουμε
γεράσαμε
και φτάσαμε εδώ πέρα
απεγνωσμένα να συλλογιόμαστε πώς χάσαμε τη ζωή.

Σαν χτύποι ρολογιού οι μέρες μας
ίδιες,
ίδιες κι απαράλλαχτες.
Μετρήσαμε ένα χτύπο του ρολογιού και μετρήσαμε τη ζωή μας.

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΧΡΗΣΤΟ ΜΑΝΩΛΑΚΗ "ΑΝΤΙΡΡΟΠΑ ΠΟΤΑΜΙΑ"

ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ
I

Ξοδέψαμε τα νιάτα μας
μέρες και νύχτες στεκάμενοι μπροστά σε οθόνες.
Ξοδέψαμε το καυτερό λάδι της νιότης μας
κοιτάζοντας ανθρώπους που ποτέ δεν μας έχουν κοιτάξει
που δεν υπήρξαν τίποτα άλλο
παρά χρωματιστές σκιές πίσω από ένα γυαλί.
Ακούσαμε το πρώτο σ’ αγαπώ
χωρίς ν’ ακούσουμε φωνή
και είπαμε το πρώτο σ’ αγαπώ
χωρίς να βγάλουμε φωνή,
μόνο πατώντας κάποια πλήκτρα.
Ξοδέψαμε τα συναισθήματα μας
μέσα σε λίγο ηλεκτρικό ρεύμα.

Αυτά σκέφτομαι σήμερα
κοιτάζοντας τούτο τον μεγάλο βράχο δίπλα στη θάλασσα,

που ’χει πάνω του χαραγμένη τη φράση

«Ει τό μάταν από φροντίδος άχθος χρή βαλειν ετητύμως»[1]

Τούτο το κομμάτι πέτρας
κουβαλά χρόνους τώρα,
μέσα στους χειμώνες και τα καλοκαίρια,
τη σπίθα του σφυριού
και τα δυνατά χέρια
καθώς παλεύουν να πελεκήσουν
το σκληρό της δέρμα.
Κουβαλά τα φλογισμένα μάτια
και τα χείλια τα στεγνά από τον κάματο του χτύπου˙
κουβαλά και την ψυχή,
κουλουριασμένη μέσα στο αίμα και τη σάρκα,
να τινάζει σαν φίδι το φαρμάκι του πόνου
μένοντας στο τέλος ένα κουκούτσι μόνο
μέσα στο παραλυμένο απ’ την κούραση κορμί.
Τούτο το κομμάτι της πέτρας
κουβαλά το βάρος της ίδιας της ζωής εκείνου που την χάραξε
για να την ενώσει μέσα στους αιώνες
με την ζωή εκείνου που στάθηκε
για μια στιγμή να την παρατηρήσει.

Όμως εμείς πόσο λάθος πράξαμε!
Καθισμένοι στις πολυθρόνες μας,
ζητήσαμε ν’ αδειάσουμε την ψυχή μας
στις πολύχρωμες σκιές που σχηματίζονται πίσω από το γυαλί.
Όμως τούτες οι σκιές έχουν σάρκα, μα δεν μπορούν να αγγίξουν
έχουν αυτιά, μα δεν ακούν
έχουν μάτια, αλλά δεν βλέπουν
μόνο μιλούν
μιλούν και λένε πράγματα που κανένας δεν θέλησε ν’ ακούσει.

Ποιος θα σηκώσει το δικό μας βάρος;
Οι φιγούρες πίσω από το γυαλί μιλούν
και μας φορτώνουν το δικό τους φαρμάκι
της δικιά τους ζωής, της ψεύτικης.
Και έτσι όπως πέφτουν πάνω μας, η μία μετά την άλλη
η δικιά τους ζωή γίνεται στο τέλος
η δικιά μας ζωή,
η ψεύτικη ζωή των σκιών
που τύλιξε σαν σάβανο την ψυχή μας,

μέσα στη μυρωδιά της χαλασμένης μας νιότης.





[1] «Για να μπορέσω αληθινά το μάταιο να ξαλαφρώσω βάρος που σφίγγει την ψυχή μου», Αισχύλος, «Αγαμέμνων», απόδοση Τάσος Ρούσσος, Κάκτος 1992



Όλη η συλλογή στη διεύθυνση http://www.manolachis.gr"